• 05 SHK 15

    Kontrolli i anemive

    anaimiesΟι αναιμίες μπορούν να προέλθουν κυρίως από :

    • χρόνια νοσήματα, πχ νεοπλασίες
    • απώλεια αίματος (κυρίως από το γαστρεντερικό)
    • κακή διατροφή – έλλειψη αιμοποιητικών στοιχείων (π.χ.παρατεταμένες δίαιτες σε ζωϊκά παράγωγα)
    • δυσπλασία – απλασία του μυελού – αιματολογικά νοσήματα (π.χ. Κληρονομικές αιμοσφαιρινοπάθειες, όπως μεσογειακή αναιμία ή “στίγμα”, δρεπανοκυτταρικη αναιμία, κληρονομική σφαιροκυττάρωση)
    • παρατεταμένη ακινησία
    • νεφρική ανεπάρκεια
    • αυτοάνοσα νοσήματα
    • χρήση φαρμάκων που καταστέλλουν τον μυελό

    Με τη Γενική αίματος διαπιστώνουμε την αναιμία με την άμεση μέτρηση του αιματοκρίτη (HCT) και της αιμοσφαιρίνης (HGB) που σε συνδυασμό δείχνουν την περιεκτικότητα του αίματος σε ερυθρά αιμοσφαίρια και την ποιότητά τους σε περιεκτικότητα αιμοσφαιρίνης. Παράλληλα ελέγχουμε ειδικές παραμέτρους που την κατηγοριοποιούν σε πρώτο στάδιο τον τύπο της αναιμίας. Μεταξύ των παραμέτρων που ελέγχονται είναι οι εξής :

    • μέσος όγκος ερυθρών (MCV) με έμμεσες πληροφορίες σε σιδηροπενία (-), έλλειψη αιμοποιητικών βιταμινών(+), δυσπλασία(+), στίγμα μεσογειακής (-)  κ.α.
    • μέση περιεκτικότητα και συγκέντωση αιμοσφαιρίνης (MCH, MCHC) που αξιολογεί κυρίως τις σιδηροπενίες
    • εύρος κατανομής ερυθρών (RDW-CV) που αξιολογεί κυρίως το στίγμα της μεσογεικής αναιμίας, της μυελικής δυσπλασίας και του βαθμού ανανέωσης των ερυθροκυττάρων  

    Μικροσκοπική εξέταση αίματος: ελέγχεται στο μικροσκόπιο η μορφολογία και η ποιότητα του συνόλου των κυττάρων του αίματος (ερυθρά, λευκά, αιμοπετάλια) για την περαιτέρω κατηγοριοποίηση της αναιμίας, ενώ παράλληλα ελέγχεται  πιθανή υποψία αιματολογικού νοσήματος ή δυσπλασίας του μυελού.

    Ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων (ΤΚΕ): αποκλείουμε την ύπαρξη μακροχρόνιου φλεγμονώδους νοσήματος ή σοβαρού νοσήματος του μυελού, ή άλλου κεντρικού νοσήματος που μπορεί να έχει προκαλέσει την αναιμία.

    Δικτυοερυθροκύτταρα (ΔΕΚ) που δείχνουν τον ρυθμό ανανέωσης των ερυθροκυττάρων δίνοντας πληροφορίες για την παραγωγικότητα του μυελού

    Σίδηρος (Fe) και οι βασικές του αποθήκες φερριτίνη (Ferr) και τρανσφερίνη (Trf): εκτιμούν την επάρκεια του σιδήρου στον οργανισμό. Η απλή μέτρηση σιδήρου δεν επαρκεί, αφού ο σίδηρος παρουσιάζει ιδιαίτερα μεγάλες διακυμάνσεις από μέρα σε μέρα, ακόμη και εντός της ημέρας. Αυτό συμβαίνει γιατί ο σίδηρος, ως τοξικό μέταλλο, βρίσκεται ελεύθερος σε μικροποσότητες στο αίμα για τις άμεσες ανάγκες του οργανισμού, ενώ ο κύριος όγκος του είναι αποθηκευμένος κυρίως στη φερριτίνη και την τρανσφερίνη. Ακόμα “ψευδώς χαμηλές” τιμές σιδήρου μπορούν να εμφανιστούν για πολλούς λόγους (κούραση – φλεγμονές – πυρετός κ.α.), οι οποίες αποκαλύπτονται μόνο με την ταυτόχρονη μέτρηση των αποθηκών. Σημειώστε ότι χορήγηση σιδήρου σε άτομα με “ψευδώς χαμηλά” αποτελέσματα σιδήρου, μπορεί να είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική.

    C αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP): η μέτρησή της πραγματοποιείται για να αποκλεισθεί η παρουσία φλεγμονής, η οποία μπορεί να δώσει “ψευδείς” τιμές σε σίδηρο, φερριτίνη και τρανσφερίνη, δυσχεραίνοντας έτσι την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.

    Σιδηροδεσμευτική ικανότητα (TIBC) και κορεσμός τρανσφερίνης (TfS): παρέχουν πληροφορίες για την επαρκή μεταφορά του σιδήρου μέσα στον οργανισμό, και την ικανότητά του να τον απορροφήσει.

    Φυλλικό οξύ (Folic acid) και βιταμίνη Β12 (Vit. B12): αποτελούν τις πλέον απαραίτητες αιμοποιητικές βιταμίνες. Συχνά τις βρίσκουμε σε χαμηλά επίπεδα σε άτομα με κακή διατροφή ή σε ηλικιωμένους, οι οποίοι υποσιτίζονται ή εμφανίζουν δυσκολία  στην απορρόφησή τους λόγω ηλικίας ή χρήσης φαρμάκων.

    Γαλακτική αφυδρογονάση (LDH) και ολική χολερυθρίνη (TBil): με τη μέτρησή τους διαπιστώνουμε εάν υπάρχει φυσιολογικός τρόπος ανανέωσης – αναγέννησης του αίματος και αποκλείονται καταστάσεις αιμόλυσης – καταστροφής του αίματος εντός του οργανισμού.

    Κοιλιοκάκη: είναι μια έντονη κληρονομικά μεταδιδόμενη αυτοάνοση πάθηση. Χαρακτηρίζεται απο δυσανεξία στη γλουτένη (πρωτεΐνη που υπάρχει στο σιτάρι, το κριθάρι, τη βρώμη και τη σίκαλη). Στην πάθηση αυτή παρεμποδίζεται η απορρόφηση του σιδήρου και μπορεί μακροχρόνια να δημιουργήσει χρόνια σιδηροπενική αναιμία. Με τη μέτρηση των αντισωμάτων έναντι της γλοιαδίνης IgG/IgA, της ιστικής  τρανσγλουταμινάσης IgG/IgM, και τουενδομυΐου IgG/IgM ανιχεύουμε την πάθηση έμμεσα, χωρίς την ανάγκη γαστροσκόπισης. Οι εξετάσεις αυτές προτείνονται σε περιπτώσεις αδιευκρίνιστης μακροχρόνιας αδυναμίας συγκράτησης των επιπέδων φερριτίνης, μετά από αγωγή με σίδηρο.

    Αιμοσφαιρίνη κοπράνων (HGBocc) : προτείνεται σε διαπιστωμένη σιδηροπενία οξείας φάσης και σε άτομα ύποπτα για απώλεια αίματος από το γαστρεντερικό σύστημα.


    Δεν απαιτείται συγκεκριμένη προετοιμασία ή κάποια ιδιαίτερη δίαιτα για τις αναλύσεις αυτές, και η αιμοληψία μπορεί να γίνει οποιαδήποτε ώρα της ημέρας.

    Για την συλλογή των κοπράνων:

    – Συλλέγουμε μικρό δείγμα κένωσης σε ειδικό συλλέκτη.

Σχετικές εξετάσεις

  • Kontrolli i anemive

    Anemitë mund të vijnë kryesisht nga: sëmundjet kronike, p.sh. neoplazitë, humbja e gjakut (kryesisht nga trakti gastrointestinal) ushqimi i keq - mungesa e elementeve hematopoietike (p.sh. dieta e zgjatur e produkteve shtazore) displazia - aplazia e palcës - sëmundjet hematologjike (p.sh., Sëmundjet trashëgimore: Hemoglobinopatitë të tilla, si anemi mesdhetare ose "stigma", anemi drapërocitare, sferocitozë e trashëguar) palëvizshmëri e zgjatur, insuficienca renale , sëmundje autoimune dhe përdorimi i medikamteve.

  • Kontrolli i dislipidemisë (kolesterolit) – i Rrezikut kardiovaskular – i Hipertensionit – I Trombofilisë

    Lipidet dhe kolesteroli janë kryesisht përgjegjës për ngushtimin gradual të enëve të gjakut, duke kërcënuar në mënyrë indirekte me sëmundje obstruktive zemrën (me infarkt miokardi) por edhe trurin (rrezikun e goditjes në tru) dhe mushkëritë (rrezikun e embolisë pulmonare). Procesi i "ndërtimit" të enëve nga pllaka ateromatoze është një proces i ngadaltë dhe afatgjatë.

  • Kontrolli i tiroides

    Gjëndra tiroide është një organ kyç në rregullimin e metabolizmit. Hormonet që prodhon (T3 dhe T4) absorbohen nga të gjitha qelizat e trupit dhe rregullojnë shkallën e tyre metabolike. Hiperfunksioni i gjëndrave, domethënë prodhimi i lartë i T3 dhe T4 shoqërohet me nervozizëm, gjumë të dobët, hipertension, takikardinë e zemrës, djersitje të tepërt, dridhje duarsh dhe konfuzion të pashpjegueshëm.

  • Kontrolli për infeksionin e stomakut nga Helicobacter pylori.

    Helicobacter pylori transmetohet lehtësisht nga personi në person përmes zorrës dhe stomakut, madje edhe përmes sistemit të frymëmarrjes. Kështu, nëse një person është bartës i infeksionit, është pothuajse e sigurt që infeksioni është i pranishëm në të dy anëtarët e një çifti apo edhe në të gjithë anëtarët e një familjeje. Infeksioni trajtohet thjesht, me mjekim të kombinuar.

  • Kontrolli i sëmundjeve seksualisht të transmetueshme

    Sëmundjet seksualisht të transmetueshme kontrollohen në mënyrë parandaluese, pasi transmetimi i tyre më së shpeshti kryhet nga persona që nuk e kanë kuptuar se vuajnë prej tyre. Kjo ndodh pasi koha e shfaqjes së simptomave klinike dhe shqetësimit varion nga disa muaj deri në disa vite. Niveli Parë i analizave, veçanërisht infeksionet e rrezikshme: Hepatiti B dhe C (HBV)

Κλείστε ραντεβού