Σε περιπτώσεις που επιθυμητή εγκυμοσύνη δεν επιτυγχάνεται αλλά και σε περιπτώσεις αποβολών, ο εργαστηριακός έλεγχος είναι απαραίτητος. Θα πρέπει πρώτα να αποκλεισθούν :
- η πιθανότητα ορμονικής διαταραχής στην γυναίκα που γίνεται με το Check up Γονιμότητας, ειδικά στις περιπτώσεις που υπάρχει ασταθής ή προβληματικός κύκλος έμμηνου ρύσης.
- η πιθανότητα προβλημάτων στο ανδρικό σπέρμα.
Στην περίπτωση που δεν προκύψει κάποιο πρόβλημα με αυτές τις εξετάσεις, τότε προτείνονται :
Ανάλυση καρυότυπου στην γυναίκα και στον άνδρα. Με την εξέταση γίνεται έλεγχος του αριθμού και της ποιότητας των χρωμοσωμάτων. Πιθανή γεννετική βλάβη στα χρωμοσώματα καθιστά την φυσική εγκυμοσύνη δύσκολη αλλά και με σοβαρούς κινδύνους υγείας για το παιδί που θα γεννηθεί.
Έλεγχος για θρομβοφιλία: Μεταλλάξεις σε συγκεκριμένα γονίδια τα οποία συμμετέχουν στην ρύθμιση της αιμόστασης, μπορεί να παρουσιάζεται αυξημένη πιθανότητα θρομβώσεων των αγγείων του ενδομητρίου στην περιοχή εμφύτευσης. ’Ετσι, δυσκολελυει ή και διακόπτεται η ροή του αίματος στα αγγεία της μήτρας και κατά επέκταση η σωστή αιμάτωση του εμβρύου, με την προβληματική ανάπτυξη του και την τελική αποβολή του.
Προτείνεται ο πλήρης έλεγχος της θρομβοφιλίας που περιλαμβάνει :
- τον βιοχημικό έλεγχο θρομβοφιλίας στον οποίο ελέγχεται η πιθανή παθολογική εικόνα του μηχανισμού αιμόστασης
- τον μοριακό έλεγχο θρομβοφιλίας στον οποίο ελέγχονται πιθανές γονιδιακές μεταλλάξεις που προκαλούν θρόμβους.
Έλεγχος για ενδομητρίωση. Αποτελεί από τις σημαντικές αιτίες υπογονιμότητας, όπου το ενδομήτριο αναπτύσεται σε περιοχές έξω από την μήτρα. Η διαπίστωση της κατάστασης αυτής γίνεται με μέθοδο επιλογής την λαπαροσκόπιση, που είναι όμως επεμβατική. Ο εργαστηριακός έλεγχος μπορεί με την ανίχνευση δεικτών φλεγμονής των οωθηκών CA-125 και του γενικού ανοσολογικού δείκτη φλεγμονών IL-6, να υποδείξουν την αναγκαιότητα ή μη της λαπαροσκοπικής εξέτασης.
DNA έλεγχος σε βακτηριακές λοιμώξεις. Οι κλασσικές καλλιέργειες που προτείνονται στον έλεγχο της γονιμότητας, έχουν αρκετές φορές ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα που κατά περίπτωση μπορεί να φτάνουν και το 60%!. Σε περιπτώσεις όμως υπογονιμότητας, προτείνεται στα αρνητικό αποτέλεσμα καλλιεργειών, η επιβεβαιωτική ανίχνευση στο ουρεόπλασμα, μυκόπλασμα, και τα χλαμύδια, με την υπευαίσθητη μέθοδο ανίχνευσης του DNA τους, PCR.
Οι εξετάσεις αυτές, προτείνουμε να γίνονται σταδιακά (μείωση κόστους) και με την συμβουλή και παρακολούθηση του υπεύθυνου γυναικολόγου ή γενετιστή.
Για τις αναλύσεις δεν απαιτείται κάποια ειδική προετοιμασία.
